Η επάνοδος της Διαιτησίας…

Άρθρο του ΤΑΣΟΥ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ, νομικού συμβούλου της ΠΟΕΣΥ, στην εφημερίδα «Η Αυγή»:

apetropoulos150x180Μετά την αρνητική ή αδιάφορη από λίγους επιστήμονες και επιφυλακτική εκ μέρους του συνδικαλιστικού κινήματος υποδοχή της απόφασης 2307/14 της Ολομέλειας του ΣτΕ (που επανέφερε τη διαιτησία στη διαδικασία σύναψης ΣΣΕ), αισιοδοξία προκαλεί η διαιτητική απόφαση που εξέδωσε ο Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των τεχνικών που εργάζονται στους ραδιοφωνικούς σταθμούς της Αττικής.

Ωστόσο, η ύπαρξη διαφορετικών αξιολογήσεων, αναδεικνύει ως επιτακτική την ανάγκη για την ορθή αποτίμηση των δυνατοτήτων που έχουν τα συνδικάτα, στις σημερινές συνθήκες, για την αξιοποίηση της διαιτησίας.

Αποδείχθηκε ότι η κατάργηση της Διαιτησίας μετά τον Φεβρουάριο του 2012 είχε ως αποτέλεσμα είτε να μην καταρτίζονται ΣΣΕ είτε να έχουν ως μόνο περιεχόμενο τη μείωση αποδοχών και την κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων. Μαζί με αυτήν, στην πράξη καταργήθηκαν και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Μέσα σε αυτά τα δυο χρόνια, όποια «ισορροπία» είχε επιτευχθεί σε βάθος δεκαετιών στην αγορά εργασίας, έχει διαταραχθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε (πέραν των αναγκαίων νομοθετικών ρυθμίσεων) απαιτείται πολλαπλάσιος χρόνος για την επαναφορά της σε κάθε κλάδο της οικονομίας, προκειμένου να εξουδετερωθεί το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα εκείνων των επιχειρήσεων που επιβαρύνονται με μισθολογικό κόστος μικρότερο σε σύγκριση με αυτό των ανταγωνιστών τους.

Η κατάσταση αυτή προκαλεί δυσχέρειες στην καθεαυτή εξέλιξη κάθε προσπάθειας συλλογικής διαπραγμάτευσης σε επιχειρησιακό επίπεδο. Και τούτο διότι η ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας σε κλαδικό επίπεδο αποτελεί προϋπόθεση για κάθε επιχείρηση που θα καλείται να δεσμευθεί με την παροχή ευνοϊκότερων όρων αμοιβής και εργασίας στους δικούς της εργαζόμενους και, έτσι, να βαρύνεται με μεγαλύτερο κόστος παραγωγής σε σχέση με τους ανταγωνιστές της.

Εννοείται ότι καμία επιχείρηση δεν θα αντέχει να επιβαρύνεται με δυσανάλογο κόστος. Επομένως, για όσο καιρό ισχύουν οι διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες υπερισχύουν οι Επιχειρησιακές ΣΣΕ, θα πρέπει να μεριμνούν τα συνδικάτα συντονισμένα σε κλαδικό επίπεδο για την επαναφορά των όρων αμοιβής και εργασίας που καταργήθηκαν με τις μνημονιακές νομοθετικές ρυθμίσεις.

Από μια τέτοια προοπτική μπορούν να ωφεληθούν και οι ίδιες οι επιχειρήσεις που -έστω και αργά- κατάλαβαν ότι η καταβαράθρωση των μισθών και ημερομισθίων πλήττει εντέλει τις ίδιες τις επιχειρήσεις, ιδίως τις μικρές και μεσαίες.

Η κοινή προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων και ενώσεων εμπόρων για την ακύρωση της Κυριακάτικης εργασίας προσφέρεται ως ένα απτό παράδειγμα ύπαρξης ή διαμόρφωσης κοινού θεμελίου για τη θεσμοθέτηση συλλογικών όρων εργασίας, παρά τα αντιτιθέμενα συμφέροντα εργοδοτών και εργαζομένων που δεν θα πάψουν να συγκρούονται.

Η συζήτηση γίνεται για ένα αποτελεσματικό θεσμοθετημένο πλαίσιο συλλογικής διαπραγμάτευσης και κατάρτισης ΣΣΕ. Άλλωστε, η ΣΣΕ είναι προϊόν συμβιβασμού.

Advertisements

Διαιτησία για αποκατάσταση μισθών

Άρθρο του Τάσου Πετρόπουλου στην Εφημερίδα των Συντακτών σχετικά με την απόφαση 2307 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (PDF 3.0 MB) για την επαναφορά της Διαιτησίας του ΟΜΕΔ στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας:

apetropoulos150x180Η απόφαση του ΣτΕ 2307/2014 διασώζει μεν τη μονομερή προσφυγή στη διαιτησία και έτσι θα ξαναϋπάρξουν Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας για τους μισθούς και τους λοιπούς όρους εργασίας. Επικυρώνει, όμως, σειρά μέτρων απορρύθμισης του εργατικού δικαίου και την εξαφάνιση εργασιακών δικαιωμάτων, υπό την γνώριμη επίκληση του δημοσίου συμφέροντος και της δημοσιονομική κρίσης. Το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο αποδέχεται ανέλεγκτα ως δημόσιο συμφέρον οτιδήποτε επικαλείται η κυβέρνηση ως τέτοιο. Χωρίς να εξαρτά, τουλάχιστον, την κρίση του για τη συνταγματικότητα των μέτρων περιορισμού της συλλογικής αυτονομίας, από μία ευλογοφανή τεκμηρίωση (π.χ. με ειδική οικονομικοτεχνική μελέτη, όπως απαιτεί η μειοψηφία της παραπάνω απόφασης) της αναγκαιότητας και της προσφορότητας των μέτρων αυτών για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος που επικαλείται η απόφαση. Ετσι, έκρινε ως επιτρεπτή την αναδρομική κατάργηση ρυθμίσεων Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, δηλαδή ρυθμίσεων με νομική ισχύ, για τις αμοιβές και τους όρους εργασίας των εργαζόμενων. Αδιαφορώντας για το ότι διατήρηση στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των όρων ΣΣΕ που λήγουν ή καταγγέλλονται, έχει θεσμοθετηθεί με αναγκαστικό νόμο από το έτος 1935 και εξακολούθησε να προβλέπεται στο ν.3239/1955 και στο ν. 1876/1990. Μείωση μισθού, επειδή έληξε αντίστοιχη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, ήταν αδιανόητη και ανεπίτρεπτη διότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας είναι εξοπλισμένες από το Σύνταγμα με ισχύ νόμου και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η ασυνέχεια και το κενό που προκαλεί με χαοτικό τρόπο η κατάργηση της μετενέργειας. Πρόκειται για τη γνωστή «μετενέργεια» που το έτος 2012, οπότε καταργήθηκε, συμπλήρωσε 77 έτη ζωής.

Η διαρκής συμπίεση του εργασιακού κόστους και η απίσχνανση των προστατευτικών διατάξεων του εργατικού δικαίου εξακολουθούν να προβάλλονται ως η μοναδική σωτηρία, μολονότι η σωρευθείσα κοινωνική εμπειρία έχει πλέον αποδείξει τις καταστροφικές συνέπειες που επιφέρουν στην κοινωνική συνοχή, τις πολιτικές ενίσχυσης της απασχόλησης, την ηθική της εργασίας και την οικονομία εν γένει, οι αλλεπάλληλες μειώσεις μισθών και συντάξεων. Εντούτοις, το ίδιο Ανώτατο Δικαστήριο κήρυξε αντισυνταγματική μόνο την αναδρομική μείωση των μισθολογικών αποδοχών των δικαστών και των ενστόλων, με την Κυβέρνηση να σπεύδει να νομοθετήσει τη συμμόρφωσή της για τους μισθούς των δικαστών προς το παρόν.

Σε παλαιότερο άρθρο μου (Περιοδικό ΜΟΝΟ – Τεύχος 2ο /14 Φεβρουαρίου 2012), με αφορμή την κατάργηση της Διαιτησίας, είχα διατυπώσει σχετικές σκέψεις:

Αραγε προτρέπονται τα συνδικάτα στην άνευ κανόνων ανάπτυξη της αγωνιστικής δυναμικής που επιδείκνυαν κατά την προ του 1935 περίοδο; Θα ανεχθεί η κρατούσα εξουσία την ελεύθερη ανάπτυξη των κοινωνικών συγκρούσεων, καθώς πια η δυναμική της αναμέτρησης αναδεικνύεται ο μοναδικός παράγοντας για την επιβολή ρυθμίσεων που κατά τα δικά του συμφέροντα κάθε μέρος θα θεωρεί ότι ανταποκρίνονται στο ουσιαστικό δίκαιο; Διότι όταν καταστρέφονται θεσμοί που καθιερώθηκαν αφού η κοινωνία διάνυσε χρόνια σκληρότητας, βίας, αυταρχισμού, διωγμών, η Ιστορία μπορεί να επαναλαμβάνεται. Οι ανιστόρητοι συντάκτες των διαδοχικών νόμων που κατεδάφισαν το εργατικό δίκαιο νομοθετούν παραβιάζοντας έξι τουλάχιστον άρθρα του Συντάγματος, τέσσερις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας, τα άρθρα 4 και 6 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, το άρθρο 151 της Συνθήκης της Λισαβόνας, αρκετές διατάξεις του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων υπό τον τίτλο IV (Αλληλεγγύη) και το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Διαλέγουν ποιους νόμους δεν θα τηρούν και ποιους θα μας επιβάλλουν. Για πρώτη φορά γίνεται με τόση ευκρίνεια αντιληπτή η παραβατικότητα της εξουσίας όταν είναι να εξυπηρετήσει συγκεκριμένα συμφέροντα. Και γι’ αυτό δεν νομιμοποιείται η αξίωση σεβασμού σε νόμους που με ιδιοτέλεια υπαγορεύτηκαν κατά παράβαση θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.

Η αναβίωση της Διαιτησίας, μετά την παραπάνω απόφαση του ΣτΕ (2307/2014), θα πρέπει να επαναφέρει στην ημερήσια διάταξη των συνδικαλιστικών οργανώσεων τον επαναπροσδιορισμό των ρυθμίσεων που στο μεταξύ καταργήθηκαν.

Με την επίγνωση ότι η υπερίσχυση των επιχειρησιακών ΣΣΕ, ακόμη και από κατασκευασμένες «Ενώσεις Προσώπων» που εισήγαγε το άρθρο 37 του ν. 4024/2011, μπορεί να καμφθεί μόνο με κοινές ρήτρες αναφοράς στις Εθνικές Γενικές και στις Κλαδικές και Ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ. Χρειάζεται συγχρονισμός και εγρήγορση. Με τέτοιες πρωτοβουλίες μπορούν να αποτραπούν και τα κυοφορούμενα μέτρα για πιο δραστικούς περιορισμούς του απεργιακού δικαιώματος και γενίκευσης της απελευθέρωσης των ομαδικών απολύσεων. Η πολιτική ωριμότητα του συνδικαλιστικού κινήματος δοκιμάζεται και πάλι σε δυσχερείς συνθήκες για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.